ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΤΟΥ ΜΑΥΡΟΠΙΝΑΚΑ


ΓΙΑΤΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΔΙΑΛΟΓΟΣ



Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2014

Χαναανιτική θρησκεία


 
Οι μαρτυρίες για τη φοινικική/χαναανιτική θρησκεία προέρχονται  από τις αρχαιολογικές ανασκαφές και από φιλολογικά  κείμενα.
Όσον αφορά τις πρώτες[1], πολύ σημαντικές πληροφορίες για τη μελέτη της φοινικικής θρησκείας, δίνουν οι πλίνθινες πινακίδες που έχουν βρεθεί στη βιβλιοθήκη της περιοχής της Ρας Σιάμρα. Η τοποθεσία ταυτίζεται με την αρχαία Ουγαρίτ, και τα ευρήματα φωτίζουν αρκετές πτυχές της θρησκείας όλης της περιοχής.
Κατεξοχήν φιλολογική μαρτυρία για τη φοινικική θρησκεία είναι αυτή του Σαγχουνιάθων, που έχει μεταδώσει ο Φίλων της Βύβλου(64-140 μ.Χ.), και έχει διασώσει ο Ευσέβιος Καισαρείας στο έργο του «Ευαγγελική Προπαρασκευή»[2].
Σύμφωνα λοιπόν  με τις παραπάνω πηγές, βασικές θεότητες του φοινικικού πανθέου είναι ο Ελ, ο Βάαλ και η Αστάρτη. Ο πρώτος είναι ο αρχηγός των θεών, ο φιλάγαθος και οικτίρμων Ελ. Είναι ο πατέρας και ο δημιουργός θεών και ανθρώπων.
Σημαντική θεότητα είναι ο Βάαλ, που θεωρείται θεός της βροχής και της ευφορίας. Παράλληλα είναι ο κύριος της γης, ο ισχυρός, ο ηγεμόνας. Στην ουσία εκπροσωπεί την θνήσκουσα και αναγεννώμενη βλάστηση. Ταυτιζόταν με τον Άδωνι, ενώ στην Τύρο λατρευόταν με το όνομα Melquart.
Την τριάδα συμπληρώνει η θεά Αστάρτη (Ashera για τους κατοίκους της περιοχής) σύζυγος και αδελφή του Βάαλ[3]. Είναι η γονιμοποιός δύναμη, ενώ οι αναλογίες του ρόλου της με αυτόν της Αφροδίτης είναι ευκολοδιάκριτες.
Χαρακτηριστικό της φοινικικής θρησκείας είναι η διάκριση ανάμεσα στον «μακρινό» και τον «κοντινό» θεό[4]. Ο «μακρινός» είναι ο δημιουργός που δεν ασχολείται με τις τρέχουσες υποθέσεις του κόσμου. Είναι απόκοσμος και απόμακρος. Ενώ ο «κοντινός» φροντίζει με τις ενέργειές του να δημιουργεί τις κατάλληλες προϋποθέσεις για την ευτυχία και τη σωτηρία των ανθρώπων, με τους οποίους έρχεται σε άμεση επαφή. Ο πρώτος ρόλος αφορά τον Ελ, που αν και είναι ο αρχηγός των θεών, δε φαίνεται να έχει συμμετοχή στην επίλυση των ανθρώπινων υποθέσεων, ούτε οι πιστοί τον επικαλούνται ιδιαίτερα. Αντίθετα ο Βάαλ είναι θεός της καθημερινότητας, ο «κοντινός» θεός που καθήκον του είναι να έχει άμεση επαφή με τους ανθρώπους.
Ενδιαφέρον για το θέμα μας παρουσιάζει ο ουγαριτικός μυθολογικός κύκλος που αφορά τους αγώνες του Βάαλ για την εξουσία και τις συμμαχίες του με άλλες θεότητες. Τα σχετικά κείμενα διασώθηκαν σε δέκα πλίνθινες πλάκες εκ των οποίων οι τρεις ήταν ακρωτηριασμένες. Δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά από τον C. Virroleaud  σε τεύχη του αρχαιολογικού περιοδικού Syria (1931 κ.ε.)[5].
Σύμφωνα με αυτόν, η διπλή θεότητα του χαναανιτικού πανθέου Χουσώρ-και- Χασίς διατάζεται να οικοδομήσει ανάκτορο για το θεό Γιάμ. Διαφωνεί με αυτό ο θεός Αστάρ και μονομαχεί με το Γιάμ ο οποίος τελικά αναγνωρίζεται ως βασιλιάς. Ο τελευταίος αισθάνεται και μεγάλη χαρά, γιατί έχει εξασφαλίσει λαμπρό οίκημα για τον εαυτό του. Ο Βάαλ όμως δε συμφωνεί με αυτό, έρχεται σε ρήξη με το Γιάμ, τον οποίο και νικάει με τη βοήθεια δύο μαγικών ροπάλων. Ακολουθεί γιορτή, ενώ η θεά του πολέμου και αδελφή του Βάαλ, Ανάθ σφάζει τους εχθρούς του αδελφού της.
Όλοι οι θεοί τότε συμφωνούν ότι ο Βάαλ δεν έχει ανάκτορο αντάξιο του αξιώματός του. Η Ανάθ τονίζει ότι θα ζητήσει από τον Ελ να δώσει την άδεια γι’ αυτό. Πράγματι έτσι γίνεται και ο θεός Χουσώρ-και- Χασίς αναλαμβάνει την κατασκευή του ανακτόρου. Όταν αυτό τελειώνει, γιορτάζονται τα εγκαίνια με μεγαλοπρέπεια. Ο Βάαλ ανεβαίνει στο θρόνο, επισκέπτεται την περιοχή του και μετά εγκρίνει την κατασκευή παραθύρου στον οίκο του. Φύλακας του παράθυρου ορίζεται ο Χουσώρ- και- Χασίς[6].
Το συμπέρασμα από τα παραπάνω είναι πως δε μπορεί να υπάρξει θεότητα αντάξια του ονόματός της, χωρίς την ύπαρξη χώρου στον οποίο θα κατοικεί. Είναι μία αντίληψη που είχε περάσει και στους Ισραηλίτες. Εκείνο που έδινε την ιδεολογική φόρτιση στο ιερό της Ιερουσαλήμ, το Ναό του Σολομώντα, αλλά και τους κατοπινούς ναούς του Ζοροβάβελ και του Ηρώδη, ήταν η ιδέα πως αποτελούσε το κατοικητήριο του Θεού. Αυτή η άποψη αναπτύσσεται στους ψαλμούς αλλά και σε προφητικά κείμενα[7].
Η ύπαρξη λοιπόν των φοινικικών θεοτήτων εξαρτώνταν από τη δημιουργία ιερών χώρων που θα ήταν αφιερωμένοι σε αυτούς. Γίνεται λοιπόν αντιληπτή η μεγάλη σημασία που απέδιδαν οι πιστοί τους στην κατασκευή ναών προς τιμήν τους. Στην πραγματικότητα φαίνεται να προηγείται ο Ναός και κατόπιν να ακολουθεί η λατρεία προς τιμήν του θεού.








[1] Βλ. Α. Χαστούπη 1951: Τα εν Ras Shamra (αρχαία Ουγαρίτιδι) αρχαιολογικά ευρήματα· η σπουδαιότης και η προς την Π. Διαθήκην σχέσις αυτών, εν Αθήναις.
[2] ΒΕΠ, τ. 25, 16,6 κ.ε., Αθήναι 1960
[3] Σε κάποιες πηγές παρουσιάζεται σαν γυναίκα του Ελ.
[4] Οι όροι «μακρινός» και «κοντινός» θεός είναι δανεισμένοι από την επιστήμη της θρησκειολογίας. Για το θέμα βλ. περισσότερα στο Μιλτιάδης Κωνσταντίνου 1983: «Ο Κύριος εβασίλευσεν» Η απόδοση του τίτλου «βασιλιάς» στο Γιαχβέ» σελ. 62 - 63, όπου και η σχετική βιβλιογραφία.
[5] Βλ. και Αθ. Χαστούπη 1972-1975: Θρησκευτικά ουγαριτικά κείμενα, εν Αθήναις, σελ. 31
[6] Δημοσίευση στην ελληνική βλ. στο Χαστούπης 1972-1975 σελ.39-104, όπου υπάρχει και η σχετική βιβλιογραφία των πρώτων δημοσιεύσεων.
[7] Ενδεικτικά βλ. Ψλ. 27,4 : «Ένα απ’ τον Κύριο ζητάω: Στον οίκο του να κατοικώ όλες τις μέρες που θα ζω», Ψλ. 76,3: «Στην Ιερουσαλήμ στήθηκε ο ναός του κι η κατοικία του στη Σιών» (μετάφραση ΠΔ), ενώ από τα προφητικά κείμενα βλ. το όραμα του Ησαΐα που είδε τη θεοφάνεια μέσα στο Ναό, κατεξοχήν χώρο που ανήκει στο Θεό (Ησ. 6, 1-10) . Παράλληλα βλ. και Ιερ. 7,1 ∙ 26,2 .

Τετάρτη, 8 Οκτωβρίου 2014

Θρησκευτικά αφηγήματα

Ένα θρησκευτικό αφήγημα (τα στοιχεία του βιβλίου δίνονται στη συνέχεια). Αξίζει να διαβαστεί, ως ντοκουμέντο, που βοηθάει να κατανοηθούν νοοτροπίες μιας άλλης εποχής.

ΔΗΜ. ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗ - ΝΙΚ. ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΥ
ΠΑΥΛΟΥ ΝΙΡΒΑΝΑ - ΔΗΜ. Γ. ΖΗΣΗ Κ.Α.
ΑΝΑΓ Ν Ω Σ Τ ΙΚΟ
γιὰ τὴν ἕκτη τάξη τοῦ δημοτικοῦ σχολείου
ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΣΧΟΛΙΚΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
1943



Ο ΑΣΩΤΟΣ ΥΙΟΣ
Εἰς τὴν ρίζαν ἑνὸς βράχου, σκυμμένος ἐπὶ τῆς ποιμενικῆς
ράβδου του, ἐστέκετο θλιμμένος ὁ Ἄσωτος Υἱός. Φορεῖ πα-
μπάλαιον ἔνδυμα δούλου, τὸ ὁποῖον δὲν προστατεύει διόλου
τὸ σῶμα του ἀπὸ τοὺς τέσσαρας ἀνέμους. Ἐλεεινὰ σανδάλια
προστατεύουν δῆθεν τοὺς πόδας του, οἱ ὁποῖοι κολυμβοῦν
εἰς τὴν λάσπην καὶ τὴν σκόνην καὶ πληγώνονται ἀπὸ
τὰς πέτρας καὶ τοὺς βράχους. Αἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς του,
μακραὶ καὶ ἄτακτοι, πίπτουν εἰς τοὺς ἀδυνάτους ὤμους
του. Ἡ καθημερινὴ πεῖνα τὸν ἔχει μαράνει ἐντελῶς. Ἡ
καθημερινὴ τροφή του εἶναι ἐλαχίστη. Πῶς νὰ τολμήσῃ
νὰ τὴν συμπληρώση μὲ τὰ χαρούπια, τὰ ὁποῖα ἀφθόνως
ἔτρωγεν ἡ ἀγέλη τῶν χοίρων;... Μία ἄσπλαγχνος φωνὴ
ἀπὸ τὴν κορυφὴν τοῦ βράχου -ἡ φωνὴ τοῦ ἰδιοκτήτου τῶν
χοίρων- τὸν ἔκανε νὰ τρέμῃ ἀπὸ τὸν φόβον του!
Αἰφνιδίως οἱ λογισμοί του θολώνουν. Βλέπει μὲ τὴν
φαντασίαν τοὺς φίλους του τῶν καλῶν ἡμερῶν. Μὲ αὐτοὺς
καὶ χάριν αὐτῶν ἐσπατάλησε κάποτε εἰς τὴν πρωτεύουσαν
τῆς χώρας τὴν πατρικὴν περιουσίαν του. Ὅλοι αὐτοὶ τὸν
εἰρωνεύονται τώρα διὰ τὴν ἀθλιότητά του. Κανεὶς δὲν
εὑρίσκει οὔτε ἓνα λόγον στοργικόν, παρήγορον. Δὲν ἐθυσίαζε
κανεὶς οὔτε ἕν τεμάχιον ξηροῦ ἄρτου, διὰ νὰ καταπραΰνῃ
τὴν πεῖναν του.
Καὶ τα βλέμματα τῆς φαντασίας του καρφώνονται εἰς
τόπους μακρινούς. Βλέπει τὸ μέγαρον τοῦ πατρός του. Βλέπει
τὴν μεγάλην αἴθουσαν τῶν συμποσίων πλημμυρισμένην
ἀπὸ πιστοὺς καὶ ἀγαπητοὺς φίλους καὶ ἐπὶ κεφαλῆς αὐτῶν
τὸν γέροντα πατέρα καὶ τὸν πρεσβύτερον ἀδελφόν του.
Βλέπει ἀκόμη τὴν τράπεζαν τῶν ὑπηρετῶν φορτωμένην
μὲ ἄφθονα φαγητά. Καὶ βαθὺς στεναγμὸς ἐξέρχεται ἀπὸ τὸ
στῆθος του.
- Πόσοι μισθωτοὶ τοῦ πατρός μου χορταίνουν μὲ πλούσια
φαγητά, ἐγὼ δὲ ἀποθνήσκω τῆς πείνης!
Ἡ ράβδος φεύγει ἀπὸ τὰς χεῖρας του καὶ αὐτὸς κλονίζεται
καὶ πίπτει ἐπὶ τοῦ βράχου. Θέτει τὴν κεφαλὴν μεταξὺ τῶν δύο
χειρῶν καὶ σκέπτεται: Τί νὰ κάμῃ; Νὰ ὑπομείνῃ ἀπὸ πεῖσμα
τὴν σημερινὴν ἀθλιότητα; νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὴν πατρικήν
του οἰκίαν; καὶ μὲ ποῖον δικαίωμα; Δὲν ἔλαβε τὸ μερίδιόν
του ἐκ τῆς περιουσίας καὶ δὲν τὸ κατέφαγεν ἀσώτως μετὰ
τῶν φίλων του; Θὰ τὸν ἐδέχοντο ἆραγε εἰς τὴν πατρικὴν
στέγην ἢ θὰ τὸν ἐδίωκον μακράν; Ἀλλ’ ὄχι! Τὸ πολὺ πολὺ
θὰ τὸν κατέτασσον εἰς τοὺς μισθωτοὺς ἐργάτας. Καὶ ἔλαβε
τὴν μεγάλην ἀπόφασιν: τὴν ἀπόφασιν τῆς ἐπιστροφῆς.
Ἀπὸ τὸν ἐξώστην ἑνὸς ἀρχοντικοῦ μεγάρου εἵς λευκόμαλλος
γέρων παρακολουθεῖ τὴν ἐργασίαν τῶν ἀνθρώπων, οἱ
ὁποῖοι ἐργάζονται εἰς τοὺς ἀπεράντους ἀγρούς του μὲ τὸν
πρεσβύτερον υἱόν του. Ἀλλὰ προσέχει πραγματικῶς εἰς τοὺς
ἀγρούς; Καθόλου. Οἱ λογισμοὶ τοῦ γέροντος πετοῦν μακράν,
πολὺ μακράν. Σκέπτεται τὸν ἄσωτον υἱόν του. Εἶχε μάθει
καὶ αὐτὸς τὸ ἄθλιον κατάντημα τοῦ νεωτέρου υἱοῦ του.
Καὶ ἡ πατρικὴ καρδία ἐπληγώνετο ἀπὸ τὴν λύπην. Καὶ ὁ
ταλαίπωρος γέρων ἐμονολόγει:
-Ἀλήθεια λοιπόν, τὰ ἔχασεν ὅλα, τὰ ἔφαγεν ὃλα! Καὶ
τώρα πεινᾶ ὁ υἱός μου, τὸ σπλάχνον μου; Ὤ, ἄν ἐπέστρεφε!...
Καὶ ἄν ὄχι; Θὰ κλείσω τοὺς ὀφθαλμούς, χωρὶς νὰ ἴδω τὸ
τέκνον μου;
Αἰφνιδίως σταματᾶ τὸ βλέμμα του εἰς τὰ βάθη τοῦ
ὁρίζοντος, εἰς τὸν μεγάλον δρόμον, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ἔφυγε
κάποτε ὁ υἱός του. Εἶναι σκιὰ ἤ ἄνθρωπος; Ἡ πατρικὴ
καρδία ἐπιμένει, προσέχει ὅσον πλησιάζει ὁ ταξιδιώτης,
ἀναγνωρίζει μερικὰ χαρακτηριστικά˙ ἡ πατρικὴ καρδία
τώρα σκιρτᾶ. Ἤτο πράγματι ὁ ἄσωτος υἱός.
Ὡς ἀστραπὴ κατὲρχεται τὰς βαθμίδας καὶ τρέχει μὲ
λαχτάραν. Τὸν ἐναγκαλίζεται σφιγκτά, τὸν φιλεῖ καὶ τὸν
ξαναφιλεῖ, χωρὶς νὰ χορταίνῃ. Καὶ ἀκούει τὴν σπαρακτικὴν
φωνὴν τοῦ υἱοῦ του:
-Πατέρα, δὲν εἶμαι πλέον ἄξιος νὰ εἶμαι υἱός σου! Βάλε με
μὲ τοὺς ὑπηρέτας σου. Θὰ ἔχω τοὐλάχιστον ἐνδύματα καὶ
τροφήν. Μοῦ ἀρκεῖ αὐτό. Τόσον ἀξίζω!
Τώρα ἐξέσπασεν ἡ πατρικὴ καρδία· σπογγίζει τὰ δάκρυά
του ὁ γέρων καὶ λέγει πρὸς τοὺς ὑπηρέτας του:
-Φέρετε τὴν καλυτέραν στολήν, τὸ πολυτιμότερον
δακτυλίδι καὶ τὰ κομψότερα ὑποδήματα. Πῶς εἶναι δυνατὸν
τὸ ἀγαπητόν μου τέκνον νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ μέγαρόν μου μὲ
αὐτὰ τὰ ἐνδύματα τοῦ ἐπαίτου; Σφάξατε ἀμέσως τὸν μόσχον
τὸν σιτευτόν, διὰ νὰ πανηγυρίσωμεν τὴν ἐπάνοδόν του.
Ὑπάρχει μεγαλυτέρα ἑορτὴ ἀπὸ τὴν σημερινήν; Ἐπὶ τόσα
ἔτη ἔκλαιον ἀπαρηγόρητος, διότι τὸν ἐνόμιζον νεκρόν. Καὶ
τώρα ζῇ˙ καὶ εὑρίσκεται πλησίον μας. Ἄς ἑτοιμασθῇ λοιπὸν
ἡ ἑορτή. Θέλω νὰ λησμονήσῃ τὸ τέκνον μου τὰ βάσανά
του.
Καὶ ἀντήχησαν καθ’ ὅλην τὴν οἰκίαν τραγούδια
χαρᾶς. Καὶ τοιουτοτρόπως ὅλον τὸ μέγαρον καὶ ὅλη ἡ
πόλις ἐπανηγύρισε τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ παραπλανηθέντος
Ἀσώτου.